Ήμουν στο σούπερ μάρκετ και περίμενα στο ταμείο τη σειρά μου, με τα ψώνια της οικογένειας στο καλάθι. Μπροστά μου ήταν ένας παππούς – από εκείνους τους γραφικούς τύπους με το κασκέτο και την μαγκούρα, μεγάλος σε ηλικία. Θα ήταν γύρω στα 75, έτσι που τον έκοβα. Το καρό του πουκάμισο τσίτωνε στη πλάτη από μια κύρτωση που είχε. Τα χέρια του ροζιασμένα και με δάχτυλα που μαρτυρούσαν πως είχε δουλέψει πολύ στη ζωή του, έβγαζε από το δικό του καλάθι τα προϊόντα που είχε αγοράσει, για να τα χτυπήσει η ταμίας.
«37 €», του λέει εκείνη μόλις έκλεισε τον λογαριασμό.
Ο παππούς την κοιτάζει με μάτια διάπλατα ανοιχτά από την έκπληξη. Τα γαλάζια του μάτια έμοιαζαν να στρογγυλεύουν ακόμη περισσότερο, καθώς έψαχνε τα χρήματα στην τσέπη του παντελονιού του.
«37 €»; Έλεγε και ξανάλεγε κοιτώντας τα πράγματα που είχε ψωνίσει. «Δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, τι να αφαιρέσω από αυτά που πήρα;»
Κοίταξα τι είχε ψωνίσει ο παππούλης. Πέρα από τα βασικά αγαθά που είχε πάρει, είχε και τρία πακέτα παγωτά, προφανώς για τα εγγόνια του. Του λέω τότε: «Επιτρέψτε μου να πληρώσω εγώ τη διαφορά».
Και πριν προλάβει ο παππούς να πει κάτι, έβγαλα δέκα ευρώ και τα έδωσα στην ταμία που χαμογελούσε. Όλοι γύρω μου χαμογελούσαν, περισσότερο από το απροσδόκητο της υπόθεσης.
«Μα γιατί να το κάνεις αυτό;» με ρώτησε ο παππούς. «Αφού δε με ξέρεις, πώς θα στα δώσω πίσω;»
«Έχω βρεθεί κι εγώ σε ανάγκη και έχω εξυπηρετηθεί με μεγάλη γενναιοδωρία από άλλους», του αποκρίθηκα. «Έτσι πάει παππού, ο ένας με τον άλλον».
Καθώς απομακρυνόταν ο παππούς με τα ψώνια του, μια γυναίκα μου είπε: «Είδες πώς μας κατάντησε το κράτος; Ούτε να φάμε δε μας φτάνουν τα λεφτά».
Της χαμογελάω και της λέω: «Όσο φροντιζόμαστε μεταξύ μας σε κάθε ευκαιρία και μπορούμε να το κάνουμε, πάντα υπάρχει ελπίδα να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο».
Βγαίνω με τα δικά μου ψώνια έξω και βλέπω τον παππού που προσπαθούσε να προχωρήσει, με τα ψώνια περασμένα στη μαγκούρα του που είχε φορτώσει στην πλάτη. Γενικά, νιώθω μια βαθιά συγκίνηση για τους ανθρώπους της 3ης ηλικίας. Πάντα με συγκινούν τα γεροντάκια και τα παρατηρώ με πάρα πολύ αγάπη όταν βγαίνω έξω να ψωνίσω. Οι περισσότεροι παππούδες έχουν αυτή την κλασσική και προσεγμένη εικόνα και σκέφτομαι πως πίσω από αυτό το καλοσιδερωμένο πουκάμισο και την βέρα στο δάχτυλο, υπάρχει ένας σύντροφος ζωής που τους προσέχει. Τους παρατηρώ που με προσοχή βάζουν στο καλάθι τους τα ψώνια που έχουν σημειωμένα στο χαρτί και παρ’ όλο που ζορίζονται οικονομικά, έχουν μια αξιοπρεπή εμφάνιση, έναν αέρα αριστοκρατικό σχεδόν.
Έχει τύχει να δω ζευγάρια παππούδων που επιστρέφουν από τη λαϊκή και να γκρινιάζουν ο ένας στον άλλον, δείχνοντας πως τα δεκάδες χρόνια που τους έφεραν να είναι και σήμερα μαζί, τους έχουν κάνει να αφομειώσουν τόσο πολύ τις συνήθειές τους, που η καθημερινή γκρίνια κρύβει μια βαθιά αγάπη. Όταν αναγνωρίζω τέτοιες «κρυπτογραφημένες» ενέργειες αγάπης, έρχονται δάκρυα στα μάτια μου και νιώθω εμπνευσμένη όλη την ημέρα. Η αγάπη του Θεού, του Πνεύματος, του Σύμπαντος, κρύβεται σε κάθε καρδιά και απλώνεται ολόγυρα, αλλάζοντας την ενέργεια προς την υψηλότερη δόνηση.
Αυτή η αγάπη μου για τα γεροντάκια, ξύπνησε μέσα μου όταν – πριν από αρκετά χρόνια – έχασα και τον τελευταίο από τους παππούδες μου. Θυμάμαι τη μία μου γιαγια να γκρινιάζει στον παππού μου: “Αριστείδη, πάλι δεν καταλαβαίνεις αυτά που σου λέει ο Κώστας; (ο πατέρας μου, που βρίσκεται κι αυτός στην άλλη μεριά του πέπλου)”. Ή την άλλη, κλασσική ατάκα: “Τα χάπια σου τα πήρες; Πήρες την πίεση σήμερα; Πότε θα δούμε τον γιατρό; Τα έμαθες για την τάδε τί έπαθε;” Είχα την τύχη να δω τους δύο αυτούς παππούδες μου να κλείνουν 60 χρόνια γάμου και να το γιορτάζουμε όλοι μαζί. Ο παππούς μου έδωσε στη γιαγιά μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, που η κόρη τους του είχε βάλει στο χέρι καθώς και οι δύο, ανήμποροι πλέον, είχαν χρόνια να βγουν από το σπίτι. Τους θυμάμαι να τσακώνονται για το ποιος θα πεθάνει πρώτος – δεν άντεχαν ο ένας μακριά από τον άλλον. “Κατίνα”, έλεγε ο παππούς μου, “εγώ θα πεθάνω πρώτος”. “Όχι Αριστείδη, τί να κάνω μόνη μου; Εγώ θέλω να φύγω”. Τελικά έφυγε πρώτα η γιαγιά μου και μερικά χρόνια αργότερα, ο παππούς μου σε ηλικία 104 ετών.
«Έλα παππού να σε πάω σπίτι σου», λέω στον γεράκο και τον προφταίνω πριν αρχίσει να περπατάει στο δρόμο.
«Μα μένω μακριά», μου λέει.
«Και θα πας με τα πόδια;» αποκρίνομαι εγώ.
«Το κάνω συχνά. Βλέπεις, έχω συνηθίζει από το χωριό και περπατάω με κάθε ευκαιρία ενώ εσείς οι νέοι, έχετε τα αυτοκίνητα και προσπαθείτε να τα προλάβετε όλα», λέει εκείνος χαμογελώντας.
Χαμογελάω κι εγώ. «Έτσι είναι παππού, εγώ με το αυτοκίνητο προσπαθώ να αγοράσω χρόνο, ακόμη και στις πιο κοντινές διαδρομές».
Του δείχνω το αυτοκίνητό μου, μπαίνει μέσα με τα ψώνια του και τον πηγαίνω σπίτι του. Με το αυτοκίνητο, ήταν 4 λεπτά δρόμος, με τα πόδια και το αργό βήμα του γεράκου, πάνω από μισάωρο.
Όταν τον άφησα έξω από το σπίτι του, μου λέει: «Πώς θα σε βρω να στο ανταποδώσω;»
«Ο Θεός θα μου το ανταποδώσει», γελάω. «Έχω λογαριασμό μαζί του και τον λόγο του τονε κρατάει».
Ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλον μια όμορφη συνέχεια και συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Εγώ για να πάω στο ραντεβού μου με τον οδοντίατρο κι εκείνος να πάει να βάλει γρήγορα-γρήγορα τα παγωτά που αγόρασε για τα εγγόνια του στην κατάψυξη. Ένας εκπρόσωπος της 3ης ηλικίας, μου έδωσε τρία σημαντικά δώρα: να νιώσω συμπόνια για να φροντίσω έναν άλλον θεό, να νιώσω πως είμαι άφθονη για να μοιραστώ τη ροή που νιώθω μέσα μου μου, να νιώσω αγάπη για να καταλάβω – ακόμη μια φορά – πως όλοι εδώ έχουμε έρθει να παίξουμε ένα όμορφο Παιχνίδι.
Ο Θεός είναι απλός. Ο Θεός βρίσκεται σε κάθε καρδιά και βλέμμα. Να μη σκέφτεσαι τί να ζητήσεις για να βοηθηθείς από το Θεό αλλά να στοχάζεσαι πώς μπορείς να βοηθήσεις εσύ τον συνάνθρωπό σου. Το χρήμα είναι μια ενέργεια που απλά ρέει και όταν την αφήνεις να ρέει, δίνεις εντολή στο Σύμπαν να στείλει κι άλλα. Δεν είμαστε εδώ για να γίνουμε πλούσιοι αλλά να έχουμε την ευθύνη της δικής μας ροής. Όταν παίρνουμε λίγα χρήματα, είμαστε υπεύθυνοι για ένα μικρό κανάλι ενέργειας και πρέπει να το κρατήσουμε καθαρό, χωρίς πετραδάκια να φράζει τη ροή του. Όταν παίρνουμε περισσότερα χρήματα, είμαστε υπεύθυνοι για ένα μεγαλύτερο κανάλι ενέργειας χρημάτων κι αυτό καθαρό πρέπει να το κρατήσουμε. Μη λές πως δεν μπορείς να βοηθήσεις με τα χρήματα που έχεις επειδή ο μισθός σου είναι μικρός. Σκέψου τί μπορούν να κάνουν μικρά-μικρά κανάλια ενέργειας. Ολάκερη πόλη μπορούν να υδροδοτήσουν αν ενωθούν.
Μη σκέφτεσαι περιοριστικά. Μη βαλτώνεις την ενέργεια προσπαθώντας να βάλεις στην άκρη λεφτά ή να νιώθεις αγωνία να μη χάσεις αυτά που ήδη έχεις στην άκρη. Μπλοκάρεις το κανάλι σου και χρήματα δεν έρχονται. Ασφαλής κύκλος είναι κι αυτός και δεν εξυπηρετεί όταν αποφασίζεις να γίνεις ένα με το Σύμπαν. Πού είναι η εμπιστοσύνη σου; Κάνε πράξη όλα όσα συνηχούν στην καρδιά σου και θα γειώσεις ακόμη μεγαλύτερες ευλογίες. Να είσαι εκεί, ακριβώς εκεί που η καρδιά σου ορίζει πως πρέπει να δράσεις. Κι αν η καρδιά σου, σου λέει πως μπορείς να διαθέσεις χρήματα από την αφθονία σου, να το κάνεις.
Κι όλα είναι μια χαρά στον κόσμο σου…
Με αγάπη
Έλενα Έρα